Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Τι θές να γίνεις όταν μεγαλώσεις;

της Θένης Αξιοτοπούλου

Είναι πολύ γνωστή και πλέον κλασσική η ερώτηση σε παιδιά κάθε ηλικίας: «τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;»

Αυτή η τόσο απλή ερώτηση κρύβει, θα λέγαμε, μια σοφία που συχνά στην πορεία των χρόνων χάνεται. Ρωτάμε τα ίδια τα παιδιά, άρα θεωρούμε ότι είναι μια απάντηση που τα αφορά, και δεύτερον τα ρωτάμε τι θέλουν, άρα θεωρούμε ότι η επιθυμία τους έχει βαρύτητα στην επιλογή σπουδών και επαγγέλματος.

Τι συμβαίνει όμως και κάποια παιδιά φτάνουν να κάνουν αυτό που οραματίζονται οι γονείς τους και όχι τα ίδια; Και τι είναι αυτό που σπρώχνει στους γονείς να λαμβάνουν τόσο ενεργό και συχνά παρεμβατικό ρόλο σε αυτές τις επιλογές των παιδιών τους;

Τα τελευταία αρκετά χρόνια η ελληνική κοινωνία έχει ανάγει σε υπέρτατη αξία την απόκτηση πτυχίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στην Ευρώπη σε αποφοίτους ιατρικής. Οι οικογένειες βιώνουν τις πανελλήνιες εξετάσεις ως έναν από τους πιο καθοριστικούς σταθμούς τους. Οι επιδόσεις των παιδιών στο σχολείο και στις εξετάσεις μοιάζει να έχουν μεγάλη βαρύτητα και για τους γονείς, βαρύτητα που συχνά συνδέεται και με το κοινωνικό prestige της οικογένειας. Έτσι συχνά ακούμε: «περάσαμε νομική!» ή «δεν γράψαμε καλά ιστορία…».

Οι γονείς δίνουν από πολύ νωρίς μεγάλη ενέργεια για την μόρφωση των παιδιών τους. Φροντίζουν να διαβάζουν μαζί τους στις τάξεις του δημοτικού, ενώ περνώντας τα χρόνια δίνουν αρκετά χρήματα σε ενισχυτικά φροντιστήρια και στην εκμάθηση ξένων γλωσσών και άλλων δεξιοτήτων. Με κάποιο τρόπο λοιπόν κάνουν μια επένδυση συναισθηματική και όχι μόνο, η οποία θέλουν να αποδώσει θετικά.

Επιπλέον, δημιουργούνται υψηλές προσδοκίες, μιας και οι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να γίνουν εξίσου καλά με εκείνους ή και καλύτερα. Πολλοί γονείς ωθούν τα παιδιά τους να συνεχίσουν τις οικογενειακές σπουδές ή επιχειρήσεις, προσφέροντάς τους έτσι μια «στρωμένη» δουλειά.

Σαφέστατα, έντονο χαρακτηριστικό της ελληνικής οικογένειας είναι ότι οι γονείς «θυσιάζονται για τα παιδιά τους». Κανείς δεν αμφισβητεί φυσικά τις καλές προθέσεις και την φροντίδα που κρύβουν αυτές οι ενέργειες.

Ωστόσο, είναι πάρα πολύ πιθανόν τα παιδιά να αποφασίζουν για κάτι τόσο προσωπικό και σημαντικό για την ζωή τους με κριτήρια που δεν σχετίζονται με τις επιθυμίες τις δικές τους, αλλά των γονιών τους. Βλέπουν τον εαυτό τους ως προέκταση των γονιών και θεωρούν ότι πρέπει να συνεχίσουν τον δρόμο που ήδη έχει δρομολογηθεί από εκείνους.

Ποιες είναι όμως οι συναισθηματικές ανάγκες που κρύβονται κάτω από όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις;

Ουσιαστικά, οι επιλογές που σχετίζονται με την σπουδές και την εργασία, σηματοδοτούν την αυτονόμηση του παιδιού από την οικογένεια. Είναι δηλαδή η περίοδος που ενηλικιώνεται και χρειάζεται να χαράξει τον δικό του προσωπικό δρόμο.

Αυτό σε κάποιες οικογένειες είναι αρκετά απειλητικό, μιας και ταράζει την ισορροπία που υπήρχε μέχρι εκείνη την στιγμή. Συχνά αυτή η ισορροπία βασίζεται στο ότι οι γονείς φροντίζουν τα παιδιά ως μεγαλύτεροι και τα παιδιά δέχονται αυτήν την φροντίδα, χωρίς την οποία δεν μπορούν να τα καταφέρουν.

Η ενηλικίωση όμως σχετίζεται με την σταδιακή ενδυνάμωση του παιδιού και άρα την όχι και τόσο απαραίτητη πια γονεϊκή φροντίδα. Αυτό για κάποιες οικογένειες είναι αρκετά δύσκολο, μιας και καλεί τους γονείς να «κάνουν πίσω» και να αφήσουν ελεύθερα τα παιδιά και τα παιδιά να αφήσουν την ασφάλεια που τους προσφέρουν οι γονείς και να δοκιμαστούν με καινούργιες καταστάσεις.

Είναι, λοιπόν, πολύ πιθανόν ο πολύ παρεμβατικός ρόλος των γονιών στην επιλογή σπουδών και επαγγέλματος να εξυπηρετεί την διατήρηση της ίδιας ισορροπίας. Οι γονείς κρατούν τα παιδιά «μικρά», ώστε να μην φύγουν πολύ μακριά και τα χάσουν και τα παιδιά το αποδέχονται προκειμένου να συνεχίσουν να λαμβάνουν αυτήν την φροντίδα, έστω και αν τους στερεί κάποιες φορές την ελευθερία της επιλογής.

Είναι σαφές ότι σε αυτήν την φάση η οικογένεια καλείται να αλλάξει μορφή και κάθε αλλαγή φέρνει και μια αναστάτωση. Υπάρχουν οικογένειες που καταφέρνουν (εύκολα ή δύσκολα) να περάσουν στο επόμενο στάδιο και να βρούν μια καινούργια ισορροπία. Υπάρχουν όμως και αυτές που φοβούνται τόσο πολύ την αλλαγή, που προσπαθούν να διατηρήσουν πάση θυσία τα πράγματα ως έχουν.

Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πολύ πιθανόν οι συζητήσεις για τις σπουδές και την επαγγελματική πορεία, να φέρνουν έντονες συγκρούσεις, μιας και οι γονείς προσπαθούν να κρατήσουν τα παιδιά κάτω από τις φτερούγες τους και εκείνα φωνάζουν, για να δείξουν ότι μεγάλωσαν.

Είναι εξίσου πιθανόν όμως να μην υπάρχουν συγκρούσεις, αλλά τα παιδιά να εκφράζουν την αντίθεσή τους έμμεσα, αδιαφορώντας ή αποτυγχάνοντας στα μαθήματα.

Όλα τα παραπάνω μας δείχνουν ότι αυτή είναι μια πραγματικά σημαντική στιγμή για μια οικογένεια. Πέρα από το καθεαυτό σημαντικό ζήτημα των σπουδών, συντελείται και μια αλλαγή στις σχέσεις μέσα στην οικογένεια.

Καλό είναι οι γονείς να έχουν στο μυαλό τους ότι σε αυτή την φάση είναι σημαντικό να στηρίξουν το παιδί τους, όχι όμως αντικαθιστώντας το και τα παιδιά να αντιληφθούν ότι έχει αρχίσει η περίοδος που λαμβάνουν αποφάσεις για καθαρά προσωπικά τους ζητήματα και ίσως να χρειαστεί να ρισκάρουν, αφήνοντας έτσι την ασφάλεια που τόσο απλόχερα προσφέρουν οι γονείς.

Από το «τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» μέχρι το «επιλέγω τι θα γίνω τώρα που μεγάλωσα» μεσολαβούν αρκετά χρόνια. Χρόνια που κάθε οικογένεια μπορεί να αξιοποιήσει για να χαρεί το «πολύ κοντά» και το «πολύ μαζί», έτσι ώστε να αντέξει και το «ξεχωριστά»…